ΔΙΑΤΡΟΦΙΚΗ ΠΡΟΣΤΑΣΙΑ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΗΝ ΑΘΗΡΩΣΚΛΗΡΩΣΗ.

Τα καρδιαγγειακά νοσήματα είναι η σημαντικότερη αιτία θανάτου στους άνδρες ηλικίας 35-55 χρόνων και μια από τις σημαντικότερες αιτίες θανάτου στις γυναίκες στις χώρες δυτικού τύπου.

Η Παγκόσμια Οργάνωση Υγείας εκτιμά ότι το 2020 τα καρδιαγγειακά νοσήματα θα ευθύνονται για το θάνατο σχεδόν 25 εκατομμύρια ατόμων στον κόσμο.

Η αθηρωσκλήρωση είναι η σημαντικότερη ασθένεια των αρτηριών. Ως αθηροσκλήρωση χαρακτηρίζεται η εναπόθεση πλάκας ανομοιογενούς σύστασης στην επιφάνεια του αρτηριακού τοιχώματος. Τα αθηρώματα παράγονται από εναποθέσεις κυρίως χοληστερόλης, τριγλυκεριδίων και άλλων λιποειδών μέσα και έξω από τα κύτταρα του λείου μυικού ιστού και συσσωρεύονται στα σημεία του εσωτερικού τοιχώματος των αγγείων.

Η αθηρογένεση αρχίζει από νεαρή ηλικία. Η χρόνια εναπόθεση αθηρωματικής πλάκας έχει ως αποτέλεσμα την αγγειακή στένωση η οποία μπορεί  να οδηγήσει σε παρεμπόδιση της κυκλοφορίας του αίματος στις καρδιακές αρτηρίες ή σε περιφερειακά αγγεία.

Η αθηροσκήρωση μπορεί να οδηγήσει σε ξαφνικό θάνατο, χωρίς καμια προηγούμενη προειδοποίηση, ο σημαντικότερος τρόπος αντιμετώπισης της είναι η έγκαιρη πρόληψη.

Κλινικές μελέτες των τελευταίων 40 ετών, ανέδειξαν πλήθος διατροφικών παραγόντων που επηρεάζουν τα επίπεδα λιπιδίων του ορού και τη διαδικασία σχηματισμού αθηρωματικών πλακών.

Η διατροφή φαίνεται να  παίζει σημαντικό ρόλο στην εμφάνιση και στον σχηματισμό  αθηρωματικών πλακών, εφόσον επηρεάζει άλλους βιολογικούς παράγοντες κινδύνου και συγκεκριμένα τα επίπεδα των λιπιδίων, την αρτηριακή πίεση και το σωματικό βάρος.

Η Δίαιτα σε συνδυασμό με αλλαγές στο τρόπο ζωής και καθημερινότητας μπορεί να αποτελέσει προστασία ενάντια στον σχηματισμό αθηρωματικών πλακών αλλά και κάθε είδους καρδιαγγειακού νοσήματος.

Μέσο της διατροφής στοχεύουμε  κυρίως στην αύξηση των λιποπρωτεϊνών υψηλής πυκνότητας (HDL), η οποία είναι η «καλή χοληστερόλη» ευεργετική για την καρδιά και στην μείωση επιβλαβών λιπιδίων (λιπαρά μόρια) όπως τα τριγλυκερίδια και η λιποπρωτεΐνη.

Όπως και στην  μείωση των συνολικών υψηλών επιπέδων χοληστερόλης και των λιποπρωτεϊνών χαμηλής πυκνότητας (LDL). Η υψηλή LDL χοληστερόλη έχει συνδεθεί με υψηλότερους κινδύνους για καρδιακές παθήσεις για αρκετές δεκαετίες, αν και πρόσφατες έρευνες δείχνουν ότι αυτό δεν συμβαίνει απαραίτητα.

Όταν πρόκειται για διατροφικές αλλαγές, η εστίαση είναι συνήθως στη μείωση της πρόσληψης λίπους, χοληστερόλης και αλατιού και στην υιοθέτηση μιας Μεσογειακού τύπου διατροφής. Μια διατροφή που επικεντρώνεται σε:

  • Φρούτα.
  • Λαχανικά.
  • Δημητριακά ολικής αλέσεως.
  • Ξηρούς καρπούς και σπόρους.
  • Γαλακτοκομικά προϊόντα χωρίς αυξημένα λιπαρά.
  • Ψάρια και πουλερικά.

Περιορίζοντας ταυτόχρονα:

  • Κόκκινο κρέας.
  • Γλυκά.
  • Πρόσθετα σάκχαρα.
  • Τεχνητά γλυκαντικά.
  • Ποτά που περιέχουν ζάχαρη.

Μια τέτοιου τύπου δίαιτα είναι πλούσια σε θρεπτικά συστατικά, μονοακόρεστα και πολυακόρεστα λιπαρά οξέα, αντιοξειδωτικές βιταμίνες, φλαβονοειδή, φυτικές ίνες και έχει περιορισμένη πρόσληψη κορεσμένων λιπαρών οξέων.

Για τον γενικό πληθυσμό βασική είναι η κατανάλωση:

  • Δυο μερίδες ψάρι την εβδομάδα.
  • 5 μερίδες φρούτων και λαχανικών καθημερινά.
  • Η πρόσληψη λίπους να χωρίζεται σε τουλάχιστον 3 γεύματα την ημέρα.
  • Μεγαλύτερη κατανάλωση μονοακόρεστων λιπαρών προς αντικατάσταση κορεσμένων λιπών.
  • Μεγαλύτερη πρόσληψη σύνθετων υδατανθράκων.
  • Χαμηλή κατανάλωση αλκοόλ.
  • Περιορισμένη πρόσληψη αλατιού.

Εν κατακλείδι, πέρα από τις παραπάνω διατροφικές συστάσεις επιπλέον προσοχή πρέπει να δοθεί στο σύνολο μια ισορροπημένης και ολοκληρωμένης διατροφής, εφόσον αυτή είναι και η απάντηση στην πρόληψη πολλών ασθενειών.  Η  άσκηση επίσης φαίνεται να επιδρά θετικά στην μείωση της αθηρωμάτωσης σε αντίθεση με το κάπνισμα.